Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἰδιοτρόπως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἰδιοπραγέω
ἰδιοπραγία
ἰδιοπραγμονέω
ἰδιοπραγμοσύνη
ἰδιοπράγμων
ἰδιοπροσωπέω
ἰδιοπροσωπία
ἰδιοπρόσωπος
ἰδιορρυθμία
ἰδιόρρυθμος
ἴδιος
ἰδιόσημος
ἰδιοσπορέομαι
ἰδιοσπορία
ἰδιόσπορος
ἰδιόστολος
ἰδιοσυγκρασία
ἰδιοσύγκρασις
ἰδιοσυγκρισία
ἰδιοσύγκρισις
ἰδιοσύγκριτος
ἰδιοσυστασία
ἰδιοσύστατος
ἰδιότακτος
ἰδιότης
ἰδιοτοπέω
ἰδιοτοπία
ἰδιότοπος
ἰδιοτροπία
ἰδιότροπος
ἰδιοτρόπως
ἰδιοτρόφος
ἰδιότροφος
ἰδιότυπος
ἰδιοϋπόστατος
ἰδιοφεγγής
ἰδιοφυής
ἰδιόφυτον
ἰδιόφωνος
ἰδιόχειρος
ἰδιόχρεος
ἰδιόχροιος
ἰδιόχροος
ἰδιόχρωμος
ἰδιόω
ἴδισις
ἰδίω
ἰδίωμα
ἰδιωματικός
ἰδιώνυμος
ἰδίως
ἰδίωσις
ἰδιωτεία
ἰδιωτεύω
ἰδιώτης
ἰδιωτίζω
ἰδιωτικός
ἰδιωτικῶς
ἰδιῶτις
ἰδιωτισμός
ἰδιωφελής
…
ἰδιοτρόπως
Save
Bailly 2024
ἰδιοτρόπως
[
ῐδ
]
adv.
d’une manière particulière,
DS.
3, 19
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}