ἰυγγικός
ἰυγγικός, of the ἴυγγγες (ἴυγξ 3)
ἰυγγικός, ή, όν, (ἴυγξ)
- of the ἴυγγες (cf. ἴυγξ 3), φύσις Dam. Pr. 112, 119.
ἰυγγικός, zauberisch, Sp.
ἰυγγικός, of the ἴυγγγες (ἴυγξ 3)