ἰχθυοθηρία
ἰχθυοθηρία, fishing
ἰχθῠο-θηρία, ἡ,
- fishing, Eust. 1165.3: ἡ ἰχθυοθηρική (sc. τέχνη) Poll. 1.97.
ἰχθυοθηρία, ἡ, Fischfang, Eust. 1224.23.
ἰχθυοθηρία, fishing