ἱερομνημοσύνη
ἱερομνημοσύνη, right to appoint a ἱερομνήμων
ἱερο-μνημοσύνη, Dor. ἱερο-μνᾱμοσύνα, ἡ,
- right to appoint a ἱερομνήμων, Klio 16.162,163 (ii B.C.).
ἱερομνημοσύνη, right to appoint a ἱερομνήμων