Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἱστιοκώπη
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἵσταμαι
ἵσταμι
ἱστάνω
ἱστάριον
ἱστάρχης
ἱστάτης
ἱστάω
ἴστε
ἱστεῖον
ἰστέον
ἰστέος
ἱστεών
ἵστημι
ἱστία
ἱστια
Ἱστίαια
Ἱστιαιεύς
Ἱστιαιῆτις
Ἱστιαϊκός
Ἱστιαιόθεν
Ἱστιαῖος
Ἱστιαιῶτις
ἱστίασις
ἱστιατορία
ἱστιάτωρ
ἱστιάω
ἱστίη
Ἱστίη
ἱστιητόριον
ἱστιοδρομέω
ἱστιοκώπη
ἱστιόκωπος
ἱστίον
ἱστιοπετής
ἱστιοποιέομαι
ἱστιοποιέω
ἱστιορράφος
ἱστιοφόρος
ἱστοβοεύς
ἱστοβόη
ἱστοδόκη
ἱστοθήκη
ἱστοκεραία
ἱστοπέδη
ἱστόποδες
ἱστοπόδη
ἱστοποιία
ἱστοποιΐα
ἱστοπονία
ἱστοπόνος
ἱστόπους
ἱστορέω
ἱστόρημα
ἱστορητέον
ἱστορία
ἱστοριαγράφος
ἱστορικός
ἱστορικῶς
ἱστοριογραφέω
ἱστοριογραφία
ἱστοριογραφικός
…
ἱστιοκώπη
Save
Pape
ἱστιοκώπη
, ἡ,
das Fahren mit Segeln u. Rudern
, Poll. 1.103.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}