ἴαμνοι
ἴαμνοι, ων, οἱ,
- = foreg. [ἰαμεναί], Nic. Th. 30, al.; glossed by θάμνοι, κοῖται, νομοί, Hsch. (ἴαμβοι cod.).
ἴαμνοι, ων (οἱ) c. εἱαμεναί, Nic. Th. 30, 200, 538, 901 ; Nonn. D. 12, 346.
ἴαμνοι, οἱ, = ἰαμεναί, Niederungen, χλοάοντες Nic. Th. 30, θρυόεντες Αἰγύπτου ib. 200, λάσιοι 901 ; auch Nonn. D. 12.346.