ὀλβιόμοιρος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀλβιό-μοιρος, ον, = ὀλβιοδαίμων, Orph. H. 26.6. ὀλβιό·μοιρος, ος, ον, à l’heureux destin, Orph. H. 25, 6. Étym. ὄ. μοῖρα. ὀλβιόμοιρος, = ὀλβιοδαίμων, Orph. H. öfter.