ὀλιγαρκία
ὀλιγαρκία, contentment with little
ὀλῐγ-αρκία, ἡ,
- contentment with little, Suid.
ὀλιγαρκία, ας (ἡ) [ῐγ] c. ὀλιγάρκεια, Bas. 3, 168 Migne.
ὀλιγαρκία, ἡ, = ὀλιγάρκεια, Suid.
ὀλιγαρκία, contentment with little