ὀλιγότεκνος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀλῐγό-τεκνος, ον, = ὀλιγόπαις, Max.Tyr. 6.1 (Sup.). ὀλιγό·τεκνος, ος, ον, qui a peu d’enfants, M. Tyr. Étym. ὀλ. τέκνον. ὀλιγότεκνος, = ὀλιγόπαις, Max.Tyr.