ὀνειροτόκος
ὀνειροτόκος, dream-producing
ὀνειρο-τόκος, ον,
- dream-producing, λέκτρα Nonn. D. 10.264.
ὀνειρο·τόκος, ος, ον, qui enfante des songes, des rêves, Nonn. D. 10, 264.
Étym. ὄνειρος, τίκτω.
ὀνειροτόκος, Träume hervorbringend, λέκτρα, Nonn. D. 10.264.