ὀρφνήεις Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρφν-ήεις, εσσα, εν, poet. for ὀρφνός, Q.S. 3.657, Man. 4.57. ὀρφνήεις, ήεσσα, ῆεν, c. ὀρφνός, Q. Sm. 3, 655 ; Man. 4, 57. ὀρφνήεις, εσσα, εν, poet. = ὀρφνός ; Qu.Sm. 3.655 ; Man. 4.57.