ὀσμηρός
ὀσμ-ηρός, ά, όν, = foreg., Nic. Fr. 74.57.
- 2 ὀσμηρός, ὁ, = μηδική, prob. in Ps.-Dsc. 2.147.
ὀσμηρός, ά, όν, c. le préc. Nic. (Ath. 684b).
Étym. ὀσμή.
ὀσμηρός, = ὀσμήρης, Nic. frg. 2.