ὁδοιπλανία
ὁδοιπλανία, roaming, straying
ὁδοι-πλᾰνία, ἡ,
- roaming, straying, Max. 55.
ὁδοιπλανία, ion. ὁδοιπλανίη, ης (ἡ) [ᾰν] action de s’égarer, Max. π. κατ. 55.
Étym. ὁδοιπλανής.
ὁδοιπλανία, ἡ, das Umherirren auf den Wegen, Sp.