ὁλοκαύτωσις
ὁλοκαύτωσις, sacrifice of a burnt offering
ὁλοκαύτ-ωσις, εως, ἡ,
- sacrifice of a burnt-offering, LXX Ex. 29.25, al., J. AJ 3.9.1: but ὁλοκαύτ-ησις, εως, ἡ, IG 42(1).97.2, al. (Epid.); cf. ὁλοκαυστέω, ὁλοκαυστησις.
ὁλοκαύτωσις, εως (ἡ) action d’offrir en holocauste, Spt. Ex. 29, 25 ; Lev. 4, 34, etc.
Étym. ὁλοκαυτόω.
ὁλοκαύτωσις, ἡ, das Darbringen eines Brandopfers, LXX.