ὁμήρευμα
ὁμήρευμα, a hostage, pledge
ὁμήρ-ευμα, ατος, τό,
- hostage, pledge, Plu. Rom. 16 (pl.).
ὁμήρευμα, ατος (τὸ) gage, caution, Plut. Rom. 16.
Étym. ὁμηρεύω.
ὁμήρευμα, τό, Geißel, Unterpfand, μεγάλοις ὁμηρεύμασιν ἐνδεδεμένους, Plut. Rom. 16.
ὁμήρευμα, ατος, τό,
- a hostage, pledge, Plut. from ὁμηρεύω