ὁμοκατάληκτος
ὁμοκατάληκτος, ending alike
ὁμο-κατάληκτος, ον,
- ending alike, of numbers, Iamb. in Nic. p.17 P., al.; cf. ὁμοιοκατάληκτος.
ὁμο·κατάληκτος, ος, ον, c. ὁμοιοκατάληκτος, Jambl. Nicom. ar. 97a.