ὁμόγνητος
ὁμόγνητος, brother
ὁμό-γνητος, ον,
- = ὁμογενής, brother or sister, Man. 6.117, Nonn. D. 37.192: fem. ὁμογνήτη Orph. A. 1215: as Adj., ὁμογνήτῳ γενέθλῃ Nonn. D. 5.197.
ὁμό·γνητος, ος, ον, de même race, Nonn. Jo. 4, 196, etc. ; Man. 6, 117 ||
➳ Fém. -η, Orph. Arg. 1213.
Étym. ὁμ. γίγνομαι.
ὁμόγνητος, = ὁμογενής, sp.D.; auch ὁμογνήτη, Orph. Arg. 1213 ; Man. 6.117 ; Nonn. D. 37.192.