About Report a problem

Menu

ὁμόσπλαγχνος

ὁμόσπλαγχνος, from the same womb (cp. ὁμογάστριος)

ὁμό-σπλαγχνος, ον,
  • = ὁμογάστριος, A. Th. 890, S. Ant. 511.

Saved

Recent