ὁμόσπλαγχνος
ὁμόσπλαγχνος, from the same womb (cp. ὁμογάστριος)
ὁμό-σπλαγχνος, ον,
- = ὁμογάστριος, A. Th. 890, S. Ant. 511.
ὁμό·σπλαγχνος, ος, ον, né des mêmes entrailles, fraternel, Eschl. Sept. 889 ; Soph. Ant. 511.
Étym. ὁμ. σπλάγχνον.
ὁμόσπλαγχνος, aus demselben Eingeweide, = ὁμογάστριος, verwandt ; πλευρώματα, Aesch. Spt. 871 ; Soph. Ant. 507.
ὁμόσπλαγχνος
ὁμό-σπλαγχνος, ον,
= ὁμογάστριος, Aesch., Soph.