ὑγρόμοθος
ὑγρόμοθος, fighting in the water
ὑγρό-μοθος, ον,
- fighting in the water, Nonn. D. 39.272, 41.393 (-μόρων is f.l. in 39.88).
ὑγρό·μοθος, ος, ον, qui lutte dans l’eau, Nonn. D. 39, 88 et 272 ; 41, 393.
Étym. ὑ. μόθος.