ὑδροθηρικός
ὑδροθηρικός, of or for fishing
ὑδρο-θηρικός, ή, όν,
- of or for fishing, Ael. NA 14.24, 15.1.
ὑδροθηρικός, ή, όν, de pêche ou de pêcheur, El. N.A. 14, 24, etc.
Étym. ὑδροθήρας.
ὑδροθηρικός, ή, όν, zur Fischerei gehörig, Ael. H.A. 14.24.