ὑδροστόλος
ὑδροστόλος, watering-place for ships
ὑδρο-στόλος, ὁ,
- watering-place for ships, λιμὴν μέγας, ὅρμος ναυσὶ καὶ ὑδροστόλος Peripl.M.Eux. 29.
ὑδρο·στόλος, ος, ον, qui procure de l’eau aux navires, Anon. Peripl. Eux. 29.
Étym. ὕδ. στέλλω.