ὑμνητρίς Save LSJ Pape ὑμν-ητρίς, ίδος, ἡ, fem. of ὑμνητής, Poll. 1.35 (v.l. -ήτριαι). ὑμνητρίς, ίδος, ἡ, fem. zu ὑμνητήρ, Poll. 1.35.