ὑοβοσκός
ὑοβοσκός, swineherd
ὑο-βοσκός [ῠ], ὁ,
- swineherd, Arist. HA 603b5: hence ὑο-βοσκέω, Moer. p.355P.
ὑο·βοσκός, οῦ (ὁ) porcher, Arstt. H.A. 8, 21, 2.
Étym. ὗς, βόσκω.
ὑοβοσκός, ὁ, = ὑοβότης, Arist. H.A. 8.21.