ὑπέρτολμος
ὑπέρτολμος, overbold
ὑπέρτολμος, ον, (τόλμα)
- overbold, ἀνδρὸς φρόνημα A. Ch. 594 (lyr.).
ὑπέρ·τολμος, ος, ον, audacieux, à l’excès, Eschl. Ch. 590.
Étym. ὑ. τόλμα.
ὑπέρτολμος, überaus kühn, φρόνημα Aesch. Ch. 586.