ὑπεκδύνω Save Bailly 2024 Pape ὑπ·εκδύνω, c. ὑπεκδύομαι, Babr. 4, 4. ὑπεκδύνω, = ὑπεκδύομαι, ὑπεξέδυνε δικτύον Babr. 4.4.