ὑπερσεύομαι
ὑπερσεύομαι, hasten over
ὑπερσεύομαι, pf. -έσσῠμαι,
- hasten over, ὀρέων ἄκρας Q.S. 2.183.
ὑπερ·σεύομαι (pf. pass. ὑπερέσσυμαι [σῠ]) s’élancer sur, gén. Q. Sm. 2, 183.
Étym. ὑ. σεύω.