ὑποκρητηρίδιον
ὑποκρητηρίδιον, stand for a krater
ὑποκρητηρίδιον, ὑποκρητήριον, Ion. for ὑποκρατ-.
ὑποκρητηρίδιον, v. ὑποκρατηρίδιον.
ὑποκρητηρίδιον, τό, ein kleiner Untersatz od. Gestell unter dem Mischgefäße, κρητήρ, Her. 1.25 ; vgl. Hegesand. bei Ath. V.210b ; Plut. def. Or. 14 wird es κρατῆρος ἕδρα καὶ βάσις erkl.; Philostr. V. Apoll. c. 11 auch ὑποκρατηρίδιον.