ὑπόγεως Save ὑπόγεως, under the earth LSJ Bailly 2024 Pape ὑπόγεως, ων, v. ὑπόγειος. ὑπό·γεως, ως, ων, gén. ω, c. ὑπόγειος, Paus. 2, 2, 1 ; 2, 36, 7. ὑπόγεως, ων, = ὑπόγειος, Hdn. epimer. 208.