Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠστικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὥσει
ὡσείτε
ὡσεπιτοπολύ
Ὠσηέ
ὤσθην
ὠσί
ὦσι
ὠσία
ὦσις
ὡσιωμένως
ὦσμαι
ὠσμή
ὠσμός
ὥσπερ
ὤσπερ
ὡσπεράν
ὡσπερανεί
ὡσπερεί
ὡσπεροὖν
ὡσπεροῦν
ὥστε
ὠστέον
ὠστέος
ὤστης
Ὠστία
Ὤστια
Ὠστιανός
ὠστίζομαι
ὠστίζω
ὠστικός
ὠστικῶς
ὠστισμός
ὠστιῶ
ὥστοργος
ὠστός
ὤσφραντο
ὠσφρόμην
ὤσχη
ὠσχός
ὦσχος
ὠσχοφορέω
Ὠσχοφόρια
ὠσχοφόρια
ὠσχοφορία
ὠσχοφορικόν
ὠσχοφορικός
ὠσχοφόριον
ὠσχοφόροι
ὠσχοφόρος
ὤσω
ὦτα
ὠτάγρα
ὠτακίς
ὠτακουστέω
ὠτακουστής
ὠταλγέω
ὠταλγία
ὠταλγιάω
ὠταλγικός
ὠταρᾶς
ὠτάριον
…
ὠστικῶς
Save
Bailly 2024
ὠστικῶς,
adv.
avec véhémence, avec violence,
M. Ant.
9, 3
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}