About Report a problem

Menu

ῥαιβός

ῥαιβός, crooked, bent

ῥαιβ-ός, ή, όν,
  • crooked, bent, esp. of bandy legs (cf. sq. [ῥαιβοσκελής]), τὸ ῥαιβόν Arist. SE 182a2; cf. βλαισός, ῥοικός; also ῥ. γυῖα Nic. Th. 799; πάγουροι ib. 788; νηρῖται, δράκων, Lyc. 238,917; μηρός Gal. UP 3.9.

Saved

Recent