ῥαφιδευτός Save LSJ Bailly 2024 Pape ῥᾰφῐδ-ευτός, ή, όν, = ῥαπτός, LXX Ex. 37.21. ῥαφιδευτός, ή, όν [ᾰῐ ] cousu, Spt. Ex. 37, 21. Étym. vb. de *ῥαφιδεύω de ῥαφίς. ῥαφιδευτός, = ῥαπτός, LXX.