ῥυτά Save LSJ Bailly 2024 Pape ῥῡτά, τά, v. ῥῡτός (B) 2. ῥυτά, ῶν (τὰ) v. ῥυτός 3. ῥυτά, [ῡ], τά, poet. = ῥυτήρ, Zügel, ῥυτὰ χαλαίνειν, Hes. Sc. 308 (s. ῥυτός² 2).