About Report a problem

Menu

καταγίγνομαι

καταγίγνομαι, to abide, dwell

Could not find καταγίνονται in Logeion dictionaries.

καταγίνονται present middle indicative 3rd plural of καταγίγνομαι

See καταγίνονται in Morpho

καταγίγνομαι, Ion. and later καταγίνομαι [ῑ],
  • abide, dwell, ἐν [χρυσοχοείῳ] Test. ap. D. 21.22, cf. Teles p. 27 H., PMagd. 9.3 (iii B.C.), LXX Ex. 10.23, OGI 666.14 (Egypt, i A.D.), etc.
      • 2 busy oneself about, be concerned with a thing, ἔν τινι Plb. 31.29.6; ἐν ἀριθμοῖς καὶ προσώποις A.D. Synt. 226.28 (but κ. ἐν δοτικῇ to be constructed with the dative case, 298.10); ὑφʼ ὧν καὶ διʼ ὧν καὶ περὶ ὧν τὸ χειρουργικὸν μέρος τῆς τέχνης καταγίνεται Gal. 18(2).667; περί τι Phld. Mus. p.40 K., Arr. Epict. 3.2.6; περὶ τὸ ποιὸν μᾶλλον ἢ τὸ ποσόν Ptol. Geog. 1.1.4, cf. S.E. M. 4.1; τὴν γεωμετρίαν οὐ περὶ μεγέθη ἀλλὰ περὶ ποιότητα κ. Plot. 6.3.14; εἴς τι A.D. Synt. 298.21; πρός τι ib. 280.15; πρὸς τὸ οἴκοι ἐνδιατρίβειν Agatharch. 101.
      • 3 = διάγω II.2, οὕτω, ἐν τρυφῇ, Id. 40, 101.

Saved

Recent