κατάγλωττος
κατάγλωττος, glib, fluent
κατάγλωττ-ος, ον,
- glib, fluent, ἐν τῇ σχολῇ γοργοὶ καὶ κ. Arr. Epict. 2.16.20; babbling, garrulous, Gell. 1.15.17.
- II written in rare or far-fetched language, ποιήματα AP 11.218 (Crates), prob. l. in Luc. Lex. 25; τὸ κ. τῆς λέξεως D.H. Th. 53.
κατάγλωττος, v. κατάγλωσσος.
κατάγλωττος, od. κατάγλωσσος, geschwätzig, Gell. N.A. 1.25 ; – voll seltener od. veralteter Wörter u. Ausdrücke, Dion.Hal. ind. Thuc. 53 τὸ κατάγλωσσον τῆς λέξεως καὶ ξένον καὶ ποιητικόν, κατάγλωσσʼ ἐποίει τὰ ποιήματα Crates grammat. ep. (XI.218); vgl. Luc. Lex. 25.