About Report a problem

Menu

κραταιότης

Could not find κραταιότητι in Logeion dictionaries.

κραταιότητι feminine dative singular of κραταιότης

See κραταιότητι in Morpho

κρᾰταιό-της, ητος, ἡ,
  • = κράτος, LXX Ps. 45(46).3.

Saved

Recent