κρατερόχειρ
κρατερόχειρ, stout of hand
κρατερό·χειρ, ειρος (ὁ, ἡ) [ᾰ] aux mains robustes ou puissantes, Anth. 9, 210.
Étym. κρ. χείρ.
κρατερόχειρ, ειρος, mit gewaltiger, starker Hand, βασιλεύς, s. καρτερόχειρ.
κρατερόχειρ
- stout of hand, Anth.