κραταίπιλος
κραταίπιλος, with strong
κρᾰταί-πῑλος, ον,
- with strong πῖλος, A. Fr. 430.
κραταί·πιλος, ος, ον [ᾰῑ] à la chevelure vigoureuse ou abondante, Eschl. (Bkk. p. 1391).
Étym. κραταιός, πῖλος.
κραταίπιλος, [ῑ], Aesch. bei Choerobosc. in B.A. 1391, wird ὁ ἰσχυρὸν πίλιον ἔχων erkl.