ἀντιδιαστέλλω
ἀντιδιαστέλλω, distinguish, discriminate
Could not find ἀντιδιαστέλλεσθαι in Logeion dictionaries.
ἀντιδιαστέλλεσθαι present middle-passive infinitive of ἀντιδιαστέλλω
- distinguish, discriminate, Str. 10.2.17; ἁπλᾶ καὶ σύνθετα Plot. 6.1.29; τι ἀπό τινος Longin. Proll.Heph. p.83 C.:—Med., controvert, Sor. 2.54.
- II contrast, oppose, τί τινι S.E. P. 1.9; τινὰς πρός τινας D.H. Th. 32; τι πρός τι Alex.Aphr. in Metaph. 400.17:—Pass., A.D. Synt. 14.24.
1 distinguir
τὴν ὁμωνυμίαν
de varios lugaresἁπλᾶ καὶ σύνθετα
ἀπὸ ῥυθμών τὰ μέτρα
2 comparar, oponer c. ac. y dat.
αὐτοῖς τὰ νοητά
τὸν νοῦν τῇ σοφίᾳ
• c. ac. y πρός más ac.,
πρὸς αὐτὸν (Θηρίον) τὸν Κένταυρον
ἀντιδιέσταλκε δὲ τὰς κινουμένας πρὸς τὰς μαθηματικάς
• en v. med. oponerse
πρὸς τοὺς κακούργους
τοῖς ῥηθεῖσι
τῇ συμβολικῇ δικαιοσύνῃ