ἀντιδιαπλέκω
ἀντιδιαπλέκω, to retort
ἀντιδια-πλέκω,
- retort, ἀντιδιαπλέκει ὡς . . Aeschin. 3.28, cf. AB 406.
replicar
ἀντιδιαπλέκει πρὸς τοῦτο εὐθὺς λέγων ὡς
ἀντι·διαπλέκω, répliquer, Eschn. 57, 41.
ἀντιδιαπλέκω, dagegen verflechten, ἀντιδιαπλέκει πρὸς τοῦτο λέγων, er braucht dagegen einen Kunstgriff in seiner Rede, Aesch. 3.28, wo Bekker λέγων ausläßt, vom Ringen in der Palästra entlehnt, vgl. διαπλέκω.
ἀντιδιαπλέκω
- to retort, Aeschin.