ἀποβάπτω
ἀποβάπτω, to dip quite
Could not find ἀποβάπτων in Logeion dictionaries.
ἀποβάπτων Verb: present active participle masculine nominative singular of ἀποβάπτω
- dip, plunge, ἑωυτόν Hdt. 2.47; ἐς τὴν κύλικα ἀκινάκεα Id. 4.70; εἰς ποταμὸν τὰ γιγνόμενα Arist. Pol. 1336a16; λίθον ἐν οἴνῳ Id. HA 607a25; φαρμάκῳ τοὺς ὀϊστούς Id. Mir. 845a1: metaph., ἀ. τὴν λέξιν εἰς νοῦν Plu. Phoc. 5:—Pass., ὅστις ἐν ἅλμη . . ἀπεβάφθη Ar. Fr. 416; περιστερὰς ἀποβεβαμμένας εἰς μύρον Alex. 62.3.
- 2 ἀ. ὕδωρ draw water, LXX 2 Ma. 1.21.
sumergir, bañar
αὐτοῖσι ... ἱματίοισι ἀπ' ὦν ἔβαψε ἑωυτόν
εἰς ποταμὸν ἀποβάπτειν τὰ γιγνόμενα ψυχρόν
bañar a los niños en un río frío
• de cosas sumergir, bañar, mojar
ἐς τὴν κύλικα ἀκινάκην
ἐς ῥόδινον εἴριον
ἄρτους ἐξ οἴνου ... ἀποβάπτων
φάρμακον ᾧ ἀποβάπτουσι τοὺς ὀϊστούς
(λίθον) ἐν οἴνῳ
• en v. pas.
ὅστις ἐν ἅλμῃ ... ἀπεβάφθη
περιστερὰς ... ἀποβεβαμμένας εἰς ... μύρον
ἀ. λέξιν εἰς νοῦν
- to dip quite or entirely, ἑωυτόν Hdt.; τι εἴς τι Hdt.