Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἀποδιδρήσκω
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀποδιαγράφω
ἀποδιάθεσις
ἀποδιαιρέομαι
ἀποδιαιρέω
ἀποδιαιτάω
ἀποδιάκειμαι
ἀποδιακλασμός
ἀποδιακρίνω
ἀποδιαλαμβάνω
ἀποδιαληπτός
ἀποδιάληπτος
ἀποδιάληψις
ἀποδιαλύω
ἀποδιανομά
ἀποδιανομή
ἀποδιαπέμπομαι
ἀποδιαπέμπω
ἀποδιασείω
ἀποδιασπάω
ἀποδιάστασις
ἀποδιαστέλλω
ἀποδιαστολή
ἀποδιαστρέφω
ἀποδιατηρέω
ἀποδιατίθεμαι
ἀποδιατίθημι
ἀποδιατρίβω
ἀποδιδάσκω
ἀποδιδρασκίνδα
ἀποδιδράσκω
ἀποδιδρήσκω
ἀποδιδύσκω
ἀποδίδωμι
ἀποδίεμαι
ἀποδιηθέω
ἀποδιΐστημι
ἀποδικάζω
ἀποδικεῖν
ἀποδικέω
ἀπόδικος
ἀποδινέω
ἀποδίομαι
ἀποδιοπομπέομαι
ἀποδιοπόμπησις
ἀποδιοπομπητέον
ἀποδιόρθωμα
ἀποδιορίζω
ἀποδιορισμός
ἀποδιοριστέον
ἀποδιπλόομαι
ἀποδιπλόω
ἀποδίς
ἀποδισκεύω
ἀποδιϋλίζω
ἀποδιϋλισμός
ἀποδιφθερόομαι
ἀποδιφθερόω
ἀποδιψάω
ἀποδίωγμα
ἀποδιωθέω
ἀποδιωκτέον
…
ἀποδιδρήσκω
Save
Bailly 2024
Pape
ἀποδιδρήσκω,
v. le préc.
ἀποδιδρήσκω
, ion. = ἀποδιδράσκω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts