Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἀποκεστίλλαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀποκάτωθεν
ἀποκατῶρυξ
ἀποκαυλέω
ἀποκαύλησις
ἀποκαυλίζω
ἀποκαύλισις
ἀποκαυλιστέον
ἀπόκαυλος
ἀπόκαυμα
ἀπόκαυσις
ἀποκαυσμός
ἀποκαχλάζω
ἀποκάω
ἀπόκειμαι
ἀποκείρω
ἀποκεκαλυμμένως
ἀποκεκινδυνευμένως
ἀποκεκληρωμένως
ἀποκεκομμένως
ἀποκεκρυμμένως
ἀποκέλλω
ἀπόκενος
ἀποκενόω
ἀποκεντέω
ἀποκέντησις
ἀπόκεντρος
ἀποκένωσις
ἀποκεραμόω
ἀποκερδαίνω
ἀποκερματίζω
ἀποκεστίλλαι
ἀπόκετον
ἀποκεφαλαιόομαι
ἀποκεφαλαιόω
ἀποκεφαλίζω
ἀποκεφάλισμα
ἀποκεφαλισμός
ἀποκεφαλιστής
ἀποκεχωρισμένως
ἀποκηδέστερον
ἀποκηδεύω
ἀποκηδέω
ἀποκηδής
ἀποκήλειν
ἀπόκηρος
ἀποκήρυγμα
ἀποκηρυκτέος
ἀποκήρυκτος
ἀποκηρύξιμος
ἀποκήρυξις
ἀποκηρύσσω
ἀποκηρύττω
ἀποκιδαρόω
ἀποκίδναμαι
ἀποκίδνημι
ἀποκίκω
ἀποκινδύνευσις
ἀποκινδυνευτέον
ἀποκινδυνεύω
ἀποκινέω
ἀποκίνησις
…
ἀποκεστίλλαι
Save
LSJ
ἀποκεστίλλαι:
ἐκδείραι,
Hsch.
ἀπόκετον·
ἀποκομίζων,
Id.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts