ἀποκεκινδυνευμένως
ἀποκεκινδυνευμένως, venturously
ἀποκεκινδῡνευμένως, Adv.
- venturously, Them. Or. 8.107c.
adv. sobre el part. perf. de
ἀποκεκινδυνευμένως [ῡ] adv. hardiment, Thém. 107e.
Étym. ἀποκινδυνεύω.
ἀποκεκινδυνευμένως, [ῡ], gewagt, Themist. 8 p. 107.