ἀναλογιστέον
Found Ἀναλογιστέον with different capitalization.
Ἀναλογιστέον neuter nominative singular of ἀναλογίζομαι
ἀναλογ-ιστέον, v. ἀναλογητέον.
hay que considerar análogamente
αὐτὸ τὸ ἐνάργημα (τοῦ χρόνου)
τὰς τῶν ἐπιθυμιῶν ... διαφοράς
ἀναλογιστέον ... ὡς τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν ...
ἀναλογιστέον, vb. d’ἀναλογίζομαι, DL. p. 719 Bast.