Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ὄνοιρος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὄνιννος
ὄνιον
ὄνιος
ὀνίς
ὀνίσκη
ὀνίσκος
ὀνίσκω
ὀνίστειοι
ὀνίτης
Ὀνίτης
ὀνῖτις
ὀνκάλημι
ὄννα
ὄννις
ὀννώρινε
ὀνοβατέω
ὀνοβάτης
ὀνοβάτις
ὀνόβλιτον
ὀνοβρυχίς
ὀνόβρυχις
ὀνόγαστρις
ὄνογλιν
Ὄνογλις οἶνος
ὀνόγυρος
ὀνοδέστεροι
ὀνοειδής
ὀνοθήλεια
ὀνοθήρας
ὀνοθυσία
ὄνοιρος
ὀνοκάρδιον
ὀνοκένταυρα
ὀνοκενταύρα
ὀνοκένταυρος
ὀνοκέφαλος
ὀνοκίνδης
ὀνοκίνδιος
ὀνοκλεία
ὀνόκλεια
ὀνοκοίτης
ὀνοκόμος
ὀνοκόπος
ὀνοκρόταλος
ὀνοκτηνοτρόφος
ὀνοκώλη
ὀνόκωλις
ὀνόκωλος
ὄνομα
Ὀνομάδημος
ὀνομάζω
ὀνομαθετέω
ὀνομαθέτης
ὄνομαι
ὀνομαίνω
ὀνομακλήδην
Ὀνομακλῆς
ὀνομακλήτωρ
ὀνομάκλυτος
ὀνομακλυτός
Ὀνομάκριτος
…
ὄνοιρος
Save
LSJ
ὄνοιρος,
Aeol. for
ὄνειρος,
EM
660.53; voc. Ὄνοιρε
Sapph.
Oxy.
1787
Fr.
3 ii 15.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts