pushful
pushful
adj.
Zealous: P. and V. σπουδαῖος, πρόθῡμος.
Energetic: P. and V. ὀξύς, δραστήριος, ἔντονος, σύντονος.
Shameless: P. and V. θρά̆σῠς, ἀ̆ναιδής, P. ὑβριστικός.
Forward: V. πρόλεσχος.
adj.
Zealous: P. and V. σπουδαῖος, πρόθῡμος.
Energetic: P. and V. ὀξύς, δραστήριος, ἔντονος, σύντονος.
Shameless: P. and V. θρά̆σῠς, ἀ̆ναιδής, P. ὑβριστικός.
Forward: V. πρόλεσχος.