rung
rung
subs.
P. and V. βάθρον, τό, Ar. and V. κλῑμακτήρ, ὁ, V. ἐνήλᾰτα, τά.
Rungs of a ladder: V. κλί̄μᾰκος προσαμβά̆σεις.
subs.
P. and V. βάθρον, τό, Ar. and V. κλῑμακτήρ, ὁ, V. ἐνήλᾰτα, τά.
Rungs of a ladder: V. κλί̄μᾰκος προσαμβά̆σεις.