womankind
womankind
subs.
P. and V. τὸ θῆλυ, γῠναῖκες, αἱ, V. τὸ θῆλυ γένος, θῆλυς σπορά, ἡ, P. θήλεια φύσις, ἡ, Ar. τὸ γῠναικεῖον φῦλον (Thesm. 786).
subs.
P. and V. τὸ θῆλυ, γῠναῖκες, αἱ, V. τὸ θῆλυ γένος, θῆλυς σπορά, ἡ, P. θήλεια φύσις, ἡ, Ar. τὸ γῠναικεῖον φῦλον (Thesm. 786).