About
Menu

wreathe

wreathe
v. trans.
Crown:
P. and V. στέφειν (Plat. but rare P.), στεφᾰνοῦν, V. ἐκστέφειν, ἀ̆ναστέφειν, κᾰταστέφειν, ἐξᾰναστέφειν, ἐρέφειν, πῠκάζειν, στεμμᾰτοῦν ; see crown.
Twist, twine:
P. and V. πλέκειν, συμπλέκειν, ἐμπλέκειν, V. ἑλίσσειν, εἱλίσσειν.
Cast around:
P. and V. περῐβάλλειν, V. ἀμφῐβάλλειν ; see embrace, twine.
Wreathed, crowned:
see adj., V. περιστεφής, κᾰταστεφής, πολυστεφής.
Twisted:
P. and V. πλεκτός (Xen.), πολύπλοκος (Plat.), V. ἑλικτός.

Saved

Recent