Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Βραιτόλαιον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βραδυπευθής
βραδυπεψία
βραδύπιστος
βραδυπλοέω
βραδυπλοΐα
βραδύπνοος
βραδυπορέω
βραδύπορος
βραδυπόρος
βραδύπους
βραδύς
βραδυσιτέω
βραδυσιτία
βραδυσκελής
βραδυσμός
βραδυστομέω
βραδυτεκνία
βραδυτής
βραδυτοκέω
βραδυτόκος
βραδυφαγία
βραδυχρόνιος
βράδων
Βράζης
βράζω
βράθυ
Βραθύ
βραϊδίως
Βραισία
Βραισοί
Βραιτόλαιον
βράκαι
βράκαλον
βράκανα
Βρακαραγύστα
βρακαρίαι
Βρακάριοι
βρακάριος
βρακᾶτος
βρακεῖν
βρακέλλαι
βράκες
βράκετον
βράκετρον
βράκια
βρακίας
βράκιον
βράκος
Βραμάγαρα
βραμέναι
Βράμμα
Βραννογένιον
βράξ
βρᾷον
βράπτω
Βρασίδας
Βρασίδειοι στρατιῶται
Βρασίδειος
Βρασίλας
βράσις
βράσκη
…
Βραιτόλαιον
Save
DGE
Βραιτόλαιον
-ου, τό
Bretoleon
ciu. de los celtas en Lusitania
, Ptol.
Geog
.2.5.5.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}